Ανδρέας Αλικανιώτης για Τέμπη: «Με στοιχειώνει ακόμα η μυρωδιά του καπνού»
Από τη μια στιγμή στην άλλη, ο Ανδρέας Αλικανιώτης είδε τη ζωή του να αλλάζει – όπως και κάθε επιβάτη της μοιραίας αμαξοστοιχίας Intercity 62 που τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου συγκρούστηκε μετωπικά με εμπορικό τρένο στα Τέμπη.
Ο Ανδρέας Αλικανιώτης έσπασε το τζάμι του βαγονιού του με μια βαλίτσα και κατάφερε να βγει από το τρένο. Έγινε ήρωας χωρίς να το επιδιώξει και αυτό γιατί της στιγμή της απόλυτης σύγχυσης, του φόβου, του πανικού, του τρόμου, εκείνος δεν έτρεξε να γλιτώσει, όπως ίσως ενστικτωδώς θα έκαναν οι περισσότεροι, έμεινε για να βοηθήσει, να βοηθήσει κάθε συνεπιβάτη του που βρισκόταν μαζί του στις ακραίες συνθήκες που επικρατούσαν. Ήταν όμως, εκείνος, που εγκατέλειψε τελευταίος το φλεγόμενο, πνιγμένο στους μαύρους καπνούς, βαγόνι.
Σήμερα ένα χρόνο μετά οι εικόνες παραμένουν για τον Ανδρέα το ίδιο ζωντανές, στοιχειώνοντας το μυαλό του. Καμιά πληγή δεν έχει γιατρευτεί, όμως όπως λέει ο ίδιος στην ανάρτηση του η αλληλεγγύη των ανθρώπων είναι αυτή που του δίνει δύναμη και κουράγιο να προχωρά και να μάχεται για τις 57 ψυχές των ανθρώπων που δυστυχώς τόσο άδικα χάθηκαν και δεν γυρίζουν πίσω.
Δείτε ολόκληρη την ανάρτηση:
«Σήμερα συμπληρώνεται ένας χρόνος από την ημέρα που δεν θα ξεχάσω ποτέ, όσο -καθαρά από τύχη- ζω. Το μυαλό μου με γυρνάει συνεχώς πίσω στις αποπνικτικές στιγμές που το μόνο που μπορώ να θυμηθώ είναι την μυρωδιά του καπνού να μου κλέβει δευτερόλεπτο στο δευτερόλεπτο την ανάσα, τις σπαραχτικές κραυγές των ανθρώπων γύρω μου που μου στοιχειώνουν το κεφάλι και την αγωνία που βιώσαμε όλοι μας προσπαθώντας να ξεφύγουμε βοηθώντας ο ένας τον άλλον, από τον πύρινο εφιάλτη.
Αν με ρωτάτε, το «μαζί» και η αλληλεγγύη ήταν αυτά που με κράτησαν σώας τας φρένας και μου ξεκλείδωσαν μια εσωτερική δύναμη που μέχρι εκείνη την στιγμή δεν ήξερα ότι είχα. Κι αν για έναν λόγο καταφέρνω να κοιμηθώ τα βράδια, εκείνα τα βράδια που όσο κι αν νιώθω ευγνώμων που σώθηκα με τρώνε ταυτόχρονα οι ενοχές, είναι γιατί έκανα ο,τι μπορούσα για να σώσω μαζί μου κι άλλους συνανθρώπους μου που δεν ήταν τόσο ψύχραιμοι όσο εγώ.
Μακάρι να είχαν σωθεί όλοι, να μην θρηνούσαμε σήμερα καμία ψυχή, μακάρι να μην συνέβαινε ποτέ, μακάρι να ξυπνήσω μια μέρα και να καταλάβω ότι όλο αυτό ήταν απλώς ένας εφιάλτης. Ξέρω όμως ότι δυστυχώς δεν είναι και το μόνο που μπορώ να κάνω όσο μαθαίνω να ζω με αυτό, είναι να ευχαριστώ τον Θεό που σήμερα είμαι ζωντανός και να του ζητάω να προσέχει πάντα τις ψυχές των ανθρώπων που έφυγαν τόσο άδικα.
Οι σκέψεις μου είναι με τις οικογένειες των θυμάτων και εύχομαι μέσα από την ψυχή μου να αποδοθεί άμεσα δικαιοσύνη. Το χρωστάμε ως κοινωνία και είναι το ελάχιστο για να απαλύνουμε έστω και λίγο τον πόνο τους και να ηρεμήσουν αυτές οι ψυχές. ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΤΕΤΟΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ!»