Νίκος Ξυλούρης: Όταν ο Αρχάγγελος της Κρήτης «έφυγε» μόλις στα 43 του
Χιλιάδες κόσμου, επώνυμοι κι ανώνυμοι, αποχαιρέτησαν τον σπουδαίο Κρητικό με δάκρυα στα μάτια τραγουδώντας: «Έβαλε ο Θεός σημάδι παλικάρι στα Σφακιά και ο πατέρας του στον Άδη άκουσε μια τουφεκιά...»
Μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της ελληνικής μουσικής παράδοσης, ο Νίκος Ξυλούρης, έμεινε στην ιστορία όχι μόνο για τη φωνή και την τέχνη του, αλλά και για τον συμβολισμό του στους αγώνες του ελληνικού λαού. Ο «Αρχάγγελος της Κρήτης» έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 8 Φεβρουαρίου 1980, στα Ανώγεια Ρεθύμνου και εμείς θυμόμαστε κάποια πράγματα για τον σπουδαίο αυτόν Κρητικό.
Τα δύσκολα παιδικά χρόνια και η Κατοχή
Η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε από τη ναζιστική θηριωδία. Στις 13 Αυγούστου 1941, οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής κατέστρεψαν ολοσχερώς τα Ανώγεια, στο πλαίσιο αντιποίνων για την αντιστασιακή δράση των κατοίκων. Η οικογένεια Ξυλούρη, όπως και εκατοντάδες συγχωριανοί τους, αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν ως πρόσφυγες στην κοιλάδα του Μυλοποτάμου, επιστρέφοντας τρία χρόνια αργότερα στα ερείπια του χωριού τους.
Τα μεταπολεμικά χρόνια ήταν ιδιαίτερα σκληρά. Η φτώχεια και οι στερήσεις σημάδεψαν την καθημερινότητα, όμως ο νεαρός Νίκος έδειχνε ήδη έντονη κλίση προς τη μουσική.
Η πρώτη λύρα και τα πρώτα γλέντια
Καθοριστική υπήρξε η στιγμή που είδε συγγενή του να παίζει κρητική λύρα. Η επιθυμία του να μάθει το όργανο έγινε εμμονή. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του πατέρα του, ο δάσκαλός του διέκρινε το ταλέντο του και συνέβαλε ώστε, σε ηλικία μόλις 10 ετών, να αποκτήσει την πρώτη του λύρα.
Σταμάτησε το σχολείο στην Γ’ Δημοτικού και μαθήτευσε κοντά στον λυράρη Λεωνίδα Κλάδο. Μέσα σε ενάμιση χρόνο άρχισε να παίζει επαγγελματικά σε γάμους, βαφτίσια και πανηγύρια σε όλη την Κρήτη, βγάζοντας το πρώτο του μεροκάματο μέσα από τη μουσική.
Τα πρώτα επαγγελματικά βήματα
Το 1953, σε ηλικία 17 ετών, μετακόμισε στο Ηράκλειο αναζητώντας καλύτερες προοπτικές. Εργάστηκε στο κέντρο «Κάστρο», ζώντας οριακά με τα έσοδά του. Αντιμετώπισε τόσο τον ανταγωνισμό των καταξιωμένων λυράρηδων όσο και τις μουσικές μόδες της εποχής (ταγκό, βαλς, ρούμπα), που περιόριζαν τη θέση της παραδοσιακής μουσικής.
Με τη στήριξη φίλων και τοπικών γλεντιών, το όνομά του άρχισε σταδιακά να ξεχωρίζει.
Έρωτας και οικογένεια
Σε μια αποκριάτικη γιορτή γνώρισε την Ουρανία Μελαμπιανάκη, προερχόμενη από εύπορη οικογένεια. Η σχέση τους συνάντησε κοινωνικά εμπόδια και οι δύο νέοι οδηγήθηκαν σε κρυφό γάμο στις 21 Μαΐου 1958. Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, τον Γιώργη και τη Ρηνιώ, που αργότερα συνέχισαν τη μουσική παράδοση της οικογένειας.
Η δισκογραφία και η πανελλήνια αναγνώριση
Τον Νοέμβριο του 1958 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο με την εταιρεία Odeon, με τίτλο «Μια μαυροφόρα που περνά». Η αμοιβή του ήταν μόλις 150 δραχμές, όμως ο δίσκος γνώρισε επιτυχία και άνοιξε τον δρόμο για ευρύτερη δισκογραφική πορεία.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, συνεργάστηκε με κορυφαίους δημιουργούς όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Σταύρος Ξαρχάκος και ο Μάνος Λοΐζος, συμβάλλοντας καθοριστικά στη σύνδεση της κρητικής μουσικής με το έντεχνο και το λαϊκό τραγούδι.
Διεθνής διάκριση και σύμβολο της αντίστασης στη χούντα
Το 1966 εκπροσώπησε την Ελλάδα σε διεθνή διαγωνισμό δημοτικής μουσικής στο Σαν Ρέμο της Ιταλίας, αποσπώντας το πρώτο βραβείο ερμηνείας. Η διάκριση αυτή ενίσχυσε τη φήμη του και τον καθιέρωσε πανελλαδικά ως τον κορυφαίο εκφραστή της κρητικής μουσικής.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, η φωνή του απέκτησε έντονο πολιτικό και συμβολικό φορτίο. Η παρουσία και το τραγούδι του την περίοδο της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1973 τον κατέστησαν σύμβολο αντίστασης και ελευθερίας. Τραγούδια όπως το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» ταυτίστηκαν με τον αντιδικτατορικό αγώνα.
Η ασθένεια και το τέλος
Στην κορύφωση της καριέρας του διαγνώστηκε με καρκίνο στους πνεύμονες, με μετάσταση στον εγκέφαλο. Υποβλήθηκε σε αλλεπάλληλες εγχειρήσεις και μετέβη για θεραπεία στο Memorial Hospital της Νέας Υόρκης, δίνοντας σκληρή μάχη για τη ζωή.
Τελικά, άφησε την τελευταία του πνοή την Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 1980, στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιά, σε ηλικία μόλις 43 ετών, με το τραγούδι που είχε πει να βγαίνει τελικά αληθινό...
Μια μέρα, μια Παρασκευή
θα πέσω να πεθάνω
και μια Λαμπρή θ αναστηθώ
από το χώμα απάνω.
Στις 9 Φεβρουαρίου χιλιάδες κόσμου, επώνυμοι κι ανώνυμοι, αποχαιρετούν τον «Αρχάγγελο της Κρήτη» με δάκρυα στα μάτια και τραγουδούν:
Έβαλε ο Θεός σημάδι παλικάρι στα Σφακιά
και ο πατέρας του στον Άδη άκουσε μια τουφεκιά...
Μία παρακαταθήκη... θρύλος
Ο Νίκος Ξυλούρης δεν υπήρξε απλώς ένας σπουδαίος λυράρης και ερμηνευτής. Υπήρξε φορέας της κρητικής παράδοσης, πρεσβευτής της ελληνικής μουσικής διεθνώς και σύμβολο αξιοπρέπειας και αγώνα.
Η φωνή του, βαθιά ριζωμένη στην ιστορία και την ψυχή της Κρήτης, συνεχίζει μέχρι σήμερα να συγκινεί και να εμπνέει, κρατώντας ζωντανό το αποτύπωμα ενός καλλιτέχνη που πέρασε από τη ζωή σαν θρύλος.